ὑπερβαίνω

ὑπερ|βαίνω переходить; преступать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὑπερβαίνω" в других словарях:

  • ὑπερβαίνω — step over pres subj act 1st sg ὑπερβαίνω step over pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερβαίνω — ὑπερβαίνω ΝΜΑ 1. περνώ πάνω από όρος, ποταμό, τείχος ή άλλο εμπόδιο (α. «υπερβαίνουν το όρος» β. «τέγος ὡς τοὺς γείτονας ὑπερβαίνοι», Δημοσθ. γ. «δόμους ὑπερβαίνουσα», Ευρ. δ. «τεῑχος ὑπερβαίνειν», Ομ. Ιλ.) 2. φτάνω πέρα από ένα χρονικό σημείο (α …   Dictionary of Greek

  • υπερβαίνω — υπερβαίνω, (υπερέβη υπερέβησαν), (να υπερβώ) βλ. πίν. 145 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • υπερβαίνω — 1. περνώ πάνω από κάτι: Υπερβαίνω το λόφο. 2. υπερνικώ: Υπερβαίνει κανείς πολλά εμπόδια στη ζωή. 3. υπερτερώ, είμαι ή γίνομαι ανώτερος από κάτι ή κάποιον: Αυτή η προσπάθεια υπερβαίνει τις δυνάμεις του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υπερβαίνω — [ипэрвэно] р. превышать, превосходить, переходить, преступать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ὑπερβαίνετε — ὑπερβαίνω step over pres imperat act 2nd pl ὑπερβαίνω step over pres ind act 2nd pl ὑπερβαίνω step over imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερβαίνῃ — ὑπερβαίνω step over pres subj mp 2nd sg ὑπερβαίνω step over pres ind mp 2nd sg ὑπερβαίνω step over pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερβήσει — ὑπερβαίνω step over aor subj act 3rd sg (epic) ὑπερβαίνω step over fut ind act 3rd sg ὑπερβαίνω step over fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερβήσῃ — ὑπερβαίνω step over aor subj act 3rd sg ὑπερβαίνω step over aor subj mid 2nd sg (epic) ὑπερβαίνω step over fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερβαθέντα — ὑπερβαίνω step over aor part pass neut nom/voc/acc pl ὑπερβαίνω step over aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερβαινόμενον — ὑπερβαίνω step over pres part mp masc acc sg ὑπερβαίνω step over pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.